Ανασχηματισμός: Το παρασκήνιο για τα «ήρεμα νερά» στο Μαξίμου και το στοίχημα της νέας γενιάς
Λογική «συνέχειας» και απόδειξης ότι η ΝΔ διαθέτει «πάγκο» είχαν οι περιορισμένες αλλαγές του αποφάσισε ο κ. Μητσοτάκης επιλέγοντας να μη διαταράξει τα «ήρεμα νερά» στις εσωκομματικές ισορροπίες του Μαξίμου.
Τη φήμη, που τον ακολουθεί, ότι δηλαδή δεν είναι θιασώτης των συχνών, όσο και πολλών αλλαγών στο κυβερνητικό σχήμα επιβεβαίωσε εκ νέου ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο φόντο του νέου κύματος αλλαγών στο κόμμα και στην κυβέρνηση.
Παρά την οργιάζουσα σεναριολογία του προηγούμενου διημέρου ο πρωθυπουργός απέρριψε εκδοχές ευρύτερων αλλαγών στο Υπουργικό Συμβούλιο και προτίμησε τελικώς να κινηθεί σε… ήρεμα νερά λίγους μήνες πριν από την επερχόμενη, κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί έμπειρο κυβερνητικό στέλεχος, οι σημειακές παρεμβάσεις σε κυβέρνηση και κόμμα δεν στερούνται ούτε σημασίας, αλλά ούτε και συμβολισμού. Μετά την απόφαση για τη μετακόμιση του Κωνσταντίνου Κυρανάκη στην Πειραιώς, μία μάλλον μη αναμενόμενη κίνηση, που στόχο έχει να αφυπνίσει το κόμμα εν όψει της δύσκολης απαιτητικής συνέχειας, το επόμενο μεγάλο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει ο πρωθυπουργός, ήταν ποιος θα αναλάμβανε να συνεχίσει την προώθηση του σημαντικού μεταρρυθμιστικού έργου στον τομέα των Μεταφορών, ιδίως στον απόηχο της ανείπωτης τραγωδίας των Τεμπών.
Και η φημολογία περί της μετακίνησης του Παύλου Μαρινάκη στον Χολαργό, αλλά και τελικώς η μετακόμιση εκεί του μέχρι πρότινος Υφυπουργού Οικονομικών, Γιώργου Κώτσηρα, επιβεβαιώνουν τη βούληση του πρωθυπουργού να δοκιμάσει σε κρίσιμες θέσεις πολλά υποσχόμενα στελέχη από τη νεότερη γενιά, ενώ ενισχύουν την αντίληψη ότι η Νέα Δημοκρατία έχει βάθος και «πάγκο» εν όψει της δύσκολης συνέχειας.
Γιατί επέλεξε τα «ήρεμα νερά» για το Μαξίμου
Κυβερνητικές πηγές κάνουν λόγο για στοχευμένες και καλά υπολογισμένες αντικαταστάσεις, που καταδεικνύουν ότι το κυβερνών κόμμα δεν κατατρύχεται από σύνδρομα μεταρρυθμιστικής κόπωσης σε μία πολύ κρίσιμη συγκυρία.
Την ίδια ώρα, οι χθεσινές αποφάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και ταυτόχρονα η ακύρωση του σεναρίου για ευρύτερες αλλαγές, που ενδεχομένως να προκαλούσαν καραμπόλες και κατ' επέκταση δυσαρέσκεια και πικρίες στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος δεν προμηνύουν επίσπευση των πολιτικών εξελίξεων. Υπάρχει, ωστόσο, και η εκ διαμέτρου αντίθετη ανάγνωση, καθώς κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι οι λίγες αλλαγές δεν αποκλείεται να ανοίγουν ένα παράθυρο προς τις εκλογές το Φθινόπωρο. Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι εντός του κυβερνητικού στρατοπέδου συμφωνούν ότι οι τελικές αποφάσεις για το χρόνο των εκλογών θα ληφθούν τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου.
Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός που εξέφρασε από τις ΗΠΑ και μέσω κυβερνητικών πηγών το προηγούμενο Σάββατο τη δυσφορία του για την άκρατη ονοματολογία αντελήφθη πως η αναθέρμανση σεναρίων – υπαρκτών και μη – μετατόπιζε τη συζήτηση από τα αδιέξοδα των κομμάτων της αντιπολίτευσης στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, εξ ου και επιδόθηκε σε ένα από τα αγαπημένα του σπορ, αυτό του αιφνιδιασμού ανακοινώνοντας τις αλλαγές χθες αντί της Πέμπτης, που αρχικώς είχε κυκλωθεί ως η επικρατέστερη ημερομηνία ανακοίνωσης του μίνι ανασχηματισμού, όπως είχε γράψει ο FLASH.
Εξάλλου, με τις χθεσινές παρεμβάσεις έκλεισε και το ζήτημα της κυβερνητικής εκπροσώπησης, που παραμένει στα έμπειρα πλέον χέρια του Παύλου Μαρινάκη μέχρι την προκήρυξη των εκλογών.
Άλλωστε, κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι τόσο η επιστροφή του Τάσου Χατζηβασιλείου στο Υπουργείο Εξωτερικών επιφορτισμένου με την αποστολή της προετοιμασίας της Ελληνικής προεδρίας της ΕΕ, το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όσο και η εισδοχή στο κυβερνητικό σχήμα των Δημήτρη Μαρκόπουλου ως Υφυπουργού Οικονομικών και της Μαριλένας Σούκουλη ως Υφυπουργού Περιβάλλοντος ερμηνεύονται ως κινήσεις με πολύ συγκεκριμένη στόχευση: έχουν και οι τρεις τεχνοκρατικά διαπιστευτήρια, ενώ επιβραβεύονται για τον πρότερο… έντιμο πολιτικό και κοινοβουλευτικό τους βίο.
Τα ίδια στελέχη σημειώνουν ότι οι χθεσινές αλλαγές αντικατοπτρίζουν τη λογική του Κυριάκου Μητσοτάκη για πολιτική συνέχεια της κυβέρνησης, χωρίς ανατροπές στον πυρήνα της, αλλά με στόχο τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα στο παραγόμενο κυβερνητικό έργο.